Neoboletus luridiformis (Rostk.) Gelardi, Simonini & Vizzin
Ευρετήριο / Βασιδιομύκητες

Neoboletus luridiformis (Rostk.) Gelardi, Simonini & Vizzin
Το συνηθισμένο Neoboletus luridiformis (Rostk.) Gelardi, Simonini & Vizzin (=Boletus luridiformis var. luridiformis Rostk., Boletus luridiformis var. discolor (Quél.) Krieglst., Boletus luridiformis subsp. discolor (Quél.) Rauschert, Boletus queletii var. discolor (Quél.) Alessio, Boletus erythropus subsp. discolor (Quél.) Dermek, Kuthan & Singer, Boletus luridiformis var. junquilleus (Quél.) Knudsen, Boletus erythropus var. junquilleus (Quél.) J.A. Muñoz (=Boletus erythropus var. junquilleus (Quél.) Bon, Boletus junquilleus (Quél.) Boud. και SMJ και WH=Boletus erythropus Pers. sensu auct. plur., non orig.) (ΒK3/9, FN164, C1/276, Μ1/61, JM383, D58-60, Jο337, Cο1681, P201, G364, Bο38, Δ332, Π179, F60, Μο73, SMJ148, Κ5-261, manitari.gr, ως Boletus luridiformis var. discolor: FN166, Η44, Μο73, Κ5-261, boletales.com, SMJ152, ως Boletus erythropus subsp. discolor: LE118, ως Boletus queletii var. discolor: LE117, ως Boletus luridiformis var. junquilleus: C3/1130, D67, SMJ154 ως Boletus junquilleus: LE119, Β307) καρποφορεί από τον (Απρίλιο) Μάιο έως τον Νοέμβριο, μοναχικά ή κατά μικρές ομάδες, σε δάση πλατυφύλλων (οξιάς, δρυός), κωνοφόρων (υβριδογενούς ελάτης, ερυθρελάτης) και θάμνων (κίστου) και παράγει μέτρια έως πολύ μεγάλα βασιδιώματα με βελούδινο ή (πρώην Boletus luridiformis var. junquilleus) γυαλιστερό έως ελαφρώς κολλώδες (σε υγρό καιρό), καφετί, λαδοκάστανο ή (πρώην Boletus luridiformis var. discolor και Boletus luridiformis var. junquilleus) κίτρινο, ωχροκίτρινο, κίτρινο του χρωμίου, πορτοκαλοκίτρινο ή ωχροπορτοκαλί καπέλο (διάμ. 5-15 (20) εκ.), πορτοκαλοκόκκινους πόρους, βαθυκίτρινη σάρκα που γαλαζιώνει έντονα, κίτρινο πόδι με κοκκινωπά ή (πρώην Boletus luridiformis var. discolor) ωχροπορτοκαλιά, πορτοκαλιά, (σκωριόχρωμα ή κόκκινα στη βάση) στίγματα στο ογκώδες, κυλινδρικό ή ροπαλόμορφο πόδι (4-12 (15) x 2-5 εκ.), κιτρινωπό μυκήλιο και ελλειπτικά, λεία, κιτρινωπά βασιδιοσπόρια ((11) 13,5-16,5 (17) x (4) 5-6 (8) μm, LE117: (11) 11,7-14,5 (15) x (5) 6-7,5 (8) μm, LE118: (12) 13-17 (20) x (4) 5-6,5 (7) μm).

Πηγή: Γιώργου Κωνσταντινίδη: Boletales – Βωλιτοειδή (αδημοσίευτο αρχείο)
Αράχνη παρατηρεί τον μεταχρωματισμό του Neoboletus luridiformis

Το Neoboletus luridiformis (Rostk.) Gelardi, Simonini & Vizzini (=Boletus luridiformis Rostk. (SMJ και WH= Boletus erythropus Pers. sensu auct. plur., non orig.) (ΒK3/9, FN164, C1/276, Μ1/61, JM383, D58-60, Jο337, Cο1681, P201, G364, Bο38, Δ332, Π179, F60, Μο73, SMJ148, Κ5-261) καρποφορεί από τον (Απρίλιο) Μάιο έως το Νοέμβριο, μοναχικά ή κατά μικρές ομάδες, σε δάση πλατυφύλλων (οξιάς) και κωνοφόρων (υβριδογενούς ελάτης, ερυθρελάτης) και παράγει μέτρια έως πολύ μεγάλα βασιδιώματα με βελούδινο ή καφετί, λαδοκάστανο καπέλο (διάμ. 5-15 (20) εκ.), πορτοκαλοκόκκινους πόρους, βαθυκίτρινη σάρκα που γαλαζιώνει έντονα, κίτρινο πόδι με κοκκινωπά στίγματα στο ογκώδες, κυλινδρικό ή ροπαλόμορφο πόδι (5-12 (15) x 2-5 εκ.), κιτρινωπό μυκήλιο και ελλειπτικά, λεία, κιτρινωπά βασιδιοσπόρια ((13) 13,5-16,5 (17) x (4) 5-6 (7) μm).

Δημοσιεύτηκε από Μανιταρόφιλοι Ελλάδας στις Τρίτη, 16 Ιουλίου 2013